Πολλές φορές τα δάνεια από τη μια γλώσσα στην άλλη αλλάζουν εντελώς το νόημα. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι η λέξη vτερμπεντέρης που στα ελληνικά σημαίνει λεβέντης και ανοιχτόκαρδος. Ο πολύς Μπαμπινιώτης ετυμολογεί σωστά τη λέξη από το τουρκικό derbeder, το οποίο αναφέρει ότι σημαίνει αλήτης και τυχοδιώκτης. Η ακριβής σημασία της λέξης στα τουρκικά είναι αυτός που ζει άστατη ζωή.

Η λέξη derbeder προέρχεται με τη σειρά της από τη φράση در ب در (dar ba dar) στα περσικά, που σημαίνει πόρτα με την πόρτα. Εντοπίστε την ινδοευρωπαϊκή λέξη για την πόρτα: αρχαία ελληνικά θύρα, περσικά dar, αγγλικά door, αλβανικά derë, σανσκριτικά dvāra, γερμανικά Thüre, αβέστα dvarəm. Χρησιμοποιώντας λοιπόν τη λέξη ντερμπεντέρης, ουσιαστικά χρησιμοποιούμε μια από τις αρχαιότερες ινδοευρωπαϊκές λέξεις…

Η κυριολεκτική έννοια λοιπόν της λέξης derbeder είναι αυτός που περιφέρεται πόρτα-πόρτα. Δηλαδή ο άστεγος, ο ζητιάνος. Πώς έφτασε στα ελληνικά να σημαίνει λεβέντης και ανοιχτόκαρδος είναι εμφανώς κάτι που πρέπει να ερευνηθεί.