Η ετεροπροσωπία είναι μια μορφή του απαρεμφάτου, η οποία κλίνεται ανάλογα με το πρόσωπο. Συνήθως χρησιμοποιείται όταν το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι διαφορετικό από το υποκείμενο του ρήματος.

Στην περίπτωση της ετεροπροσωπίας, το απαρέμφατο παίρνει κτητικές καταλήξεις, ενώ το υποκείμενο του απαρεμφάτου παίρνει γενική πτώση:

απαρέμφατο ρίζα+mak ρίζα+mek
α΄ ενικός (benim)
ρίζα+mam ρίζα+mem
β΄ ενικός (senin)
ρίζα+man ρίζα+men
γ΄ ενικός (onun)
ρίζα+ması ρίζα+mesi
α΄ πληθυντικός (bizim)
ρίζα+mamız ρίζα+memiz
β΄ πληθυντικός (sizin)
ρίζα+manız ρίζα+meniz
γ΄ πληθυντικός (onların)
ρίζα+maları ρίζα+meleri

Η ρίζα του ρήματος μπορεί να εμπεριέχει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, όπως άρνηση (yapmamak), το μπορώ/δεν μπορώ (yapabilmek/yapamamak), παθητική φωνή (yapılmak), ettirgen (yaptırmak), κ.ά.


Παραδείγματα: yapmam, yapman, yapması, yapmamız, yapmanız, yapmaları | beklemem, beklemen, beklemesi, beklememiz, beklemeniz, beklemeleri.
Από μόνες τους οι λέξεις αυτές έχουν την έννοια «το να κάνω», «το να κάνεις», «το να κάνει» κλπ. Η μορφή αυτή του απαρεμφάτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει, ή πιο συχνά παίρνοντας την κατάλληλη πτώση, η οποία καθορίζεται από το ρήμα της πρότασης.


Χρήσεις της ετεροπροσωπίας

Η ετεροπροσωπία στην τουρκική γραμματική έχει διάφορες χρήσεις. Συχνά χρησιμοποιείται σε βουλητικές προτάσεις, οι οποίες εισάγονται με το μόριο να.

  • Η πιο συνήθης αντιστοιχία της στα νέα ελληνικά (αλλά όχι και η μοναδική) είναι η υποτακτική. Έτσι:

    Gelmeni istiyorum – Θέλω να έρθεις (= θέλω τον ερχομό σου).
    Ahmet’in yazmanı bekliyorum – Περιμένω να γράψει ο Αχμέτ.
    Bu odaya girilmesini yasakladı – Απαγόρευσε την είσοδο (= το να μπει κάποιος) σε αυτό το δωμάτιο.
    Bu odaya girmemi yasakladı – Απαγόρευσε την είσοδό μου (= το να μπω εγώ) σε αυτό το δωμάτιο.
    Sesli düşünmememizi rica etti – (Μας) παρακάλεσε να μην σκεφτόμαστε φωναχτά.
    Düzgün konuşabilmenizi istiyoruz – Θέλουμε να μπορείτε/μπορέσετε να μιλάτε/μιλήσετε σωστά.
    Arabanızın olmasını istiyorum – Θέλω να έχετε αυτοκίνητο.
    Gitmenizi engellemeyeceğiz – Δε θα σας εμποδίσουμε να φύγετε.
    Beni sevmeni istiyorum – Θέλω να μ’ αγαπάς.

  • Μια άλλη χρήση του απαρεμφάτου σε ετεροπροσωπία είναι υπό την έννοια «πρέπει»:

    Kahvenin şekerli olması gerekmez – Δεν χρειάζεται ο καφές να είναι γλυκός (με ζάχαρη).
    Çocuğunuzun konuşması lazım – Το παιδί σας πρέπει να μιλήσει/μιλάει.
    Okumam gerekiyor – Πρέπει να διαβάσω.
    Şu anda ders çalışıyor olmanız gerekirdi – Θα έπρεπε τώρα να διαβάζατε.

 

  • Επίσης με άλλες πτώσεις ή χωρίς:

    Araba kullanmasında engel yok – Δεν υπάρχει πρόβλημα (εμπόδιο) στο να οδηγήσει αυτοκίνητο.
    Sigarayı bırakmanızda fayda var – Καλό θα κάνει να κόψετε το τσιγάρο.
    Türkçe öğrenmemde, bana yardımcı olur musun? – Θα με βοηθήσεις να μάθω Τούρκικα;
    Gitmemize az kaldı – Λίγο απομένει για να φύγουμε.
    Ekmek yemek, kilo almanıza sebep oluyor – Το ότι τρώτε ψωμί γίνεται η αιτία να παίρνετε βάρος.
    Onu durdurmanız imkansız – Είναι αδύνατον να τον σταματήσετε.
    Buraya gelmeniz bir hataydı – Ήταν λάθος να έρθετε εδώ.
    Dönmene ihtimal var mı? – Υπάρχει πιθανότητα να επιστρέψεις;

  • Χωρίς το να:

    Sorunları, zengin olmasından kaynaklanıyor – Τα προβλήματά του οφείλονται στο ότι είναι πλούσιος.
    Mesele, yalnız olmamızda – Το θέμα είναι ότι είμαστε μόνοι.
    Konuşmasından, Fransız olduğu anlaşılıyor – Καταλαβαίνει κανείς ότι είναι Γάλλος, απ’ την ομιλία του.
    Yanımda oturmasından rahatsız oldum – Ενοχλήθηκα που/γιατί έκατσε δίπλα μου.
    Yanımda oturuyor olmasından rahatsız oldum – Ενοχλήθηκα που/γιατί κάθεται δίπλα μου.
    Çok konuşmandan sıkıldım – Βαρέθηκα επειδή μιλάς πολύ.

  • Με δοτική και τη λέξη bağlı (εξαρτάται):

    Başarımız, çalışmamıza bağlı – Η επιτυχία μας εξαρτάται απ’ την εργασία μας (αν θα εργαστούμε).
    Tatilim sizin izin vermenize bağlı – Οι διακοπές μου εξαρτιόνται απ’ το εάν θα μου δώσετε άδεια.

  • Με δοτική και τη λέξη rağmen (παρόλο):

    Çok okumama rağmen, sınavdan geçemedim – Παρόλο που διάβασα πολύ, δεν μπόρεσα να περάσω το διαγώνισμα.
    Hiç konuşamamasına rağmen, söylediklerimi anlıyor – Παρόλο που δεν μπορεί να μιλήσει καθόλου, καταλαβαίνει αυτά που λέω.
    Parası olmasına rağmen, fakir görünüyor – Παρόλο που έχει λεφτά, φαίνεται φτωχός.

  • Με το için (για να):
    Anlayabilmesi için açıkladım – Της εξήγησα για να μπορέσει να καταλάβει.
    Susturulması için uzaklaştırıldı – Απομακρύνθηκε για να τον φιμώσουν.