Λεξιλόγιο

Φίλντισι – fildişi

Μερικές λέξεις έχουν παρεξηγηθεί αρκετά καθώς περνάνε από τη μια γλώσσα στην άλλη.

Η λέξη fildişi στα τούρκικα σημαίνει κυριολεκτικά ελεφαντόδοντο (fil – ελέφαντας + diş δόντι + κτητική κατάληξη). Αντί για τη λέξη ελεφαντόδοντο στα ελληνικά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τη λέξη ελεφαντοστόελεφαντοστούν στην καθαρεύουσα). Ήδη εδώ διαφαίνεται ένα μπέρδεμα εφόσον άλλο πράγμα είναι το δόντι και άλλο το κόκκαλο.

Ο Μπαμπινιώτης επεξηγεί (πράττοντας μεγάλη πατάτα) τη λέξη φίλντισι ως μάργαρο και δίνει ως συνώνυμο το τουρκικό σεντέφι (sedef, προέρχεται από το αραβικό sadaf صدف), το οποίο είναι η εσωτερική επιφάνεια των μαργαριτοφόρων οστράκων. Το μάργαρο όμως είναι η ουσία που εκκρίνουν στο εσωτερικό τους ορισμένα όστρακα και όχι η εσωτερική τους επιφάνεια. Επιπλέον μπέρδεμα δηλαδή.

Έτσι θα άξιζε κάποιος να μπορέσει να βρει πώς η λέξη ελεφαντόδοντο (fildişi) στα τούρκικα, κατέληξε (πέρα από το σωστό ελεφαντόδοντο) να σημαίνει και σεντέφι στα ελληνικά.

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο πάνω στη λέξη αυτή είναι αυτό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

Please leave these two fields as-is: