top Το ρήμα «πρέπει» δεν υπάρχει στα τούρκικα. Η αναγκαιότητα δηλώνει υποχρέωση ή υπόθεση και αποτελεί έγκλιση και σχηματίζεται με τρεις τρόπους:

  1. Προσθέτοντας τις συλλαβές –meli (ή –malı) στη ρίζα του ρήματος και με τις καταλήξεις του «είμαι».
  2. Βάζοντας κτητικές καταλήξεις στο απαρέμφατο του ρήματος και με τη χρήση βοηθητικών ρημάτων ή του lazım.
  3. Βάζοντας το ρήμα στο απαρέμφατο και χρησιμοποιώντας τη λέξη «zorunda» με τις καταλήξεις του «είμαι».

ok Παραδείγματα:

Τρόπος 1, –meli (ή –malı):
top Με τις καταλήξεις του «είμαι» στον ενεστώτα, το «πρέπει» εμπεριέχει και την έννοια του μέλλοντα. Με τις καταλήξεις του «είμαι» στον αόριστο το «πρέπει» είναι και αυτό στον αόριστο. Στην άρνηση βάζουμε -memeli ή -mamalı.

(ben) gitmeliyim = (θα) πρέπει να πάω
(sen) almalısın = (θα) πρέπει να πάρεις
(o) beklememeli = δεν (θα) πρέπει να περιμένει
(biz) ödemeliydik = έπρεπε να πληρώναμε
(siz) gelmemeliydiniz = έπρεπε να μην ερχόσασταν
(onlar) okumalıydılar = έπρεπε να διάβαζαν
ως υπόθεση, evde olmalı = πρέπει να (υποθέτω ότι) είναι στο σπίτι

parmak Επιλέξτε εσείς ένα ρήμα για να το κλίνω!

 


 

Τρόπος 2, με χρήση βοηθητικών ρημάτων:

 top Ως βοηθητικό ρήμα χρησιμοποιείται το gerekiyor σε διάφορους χρόνους (gerekir, gerekecek, gerekti, gerekiyormuş κλπ), ή στην κάπως απροδιόριστη μορφή «gerek», καθώς και στην άρνηση (gerekmiyor, gerekmez κλπ), πάντοντε στο γ’ ενικό πρόσωπο. Ένα άλλο ρήμα που χρησιμοποιείται είναι το icap etmek και αυτό σε όλους τους χρόνους στο γ’ ενικό πρόσωπο. Εκτός από τα ρήματα, χρησιμοποιείται και η λέξη lazım (στον ενεστώτα/μέλλοντα) ή lazımdı στον αόριστο ή lazım olacak (στον μέλλοντα). Το ρήμα παίρνει τη μορφή της ετεροπροσωπίας:
(benim) gitmem gerekiyor = πρέπει να πάω
(senin) alman lazım değil = δεν (θα) πρέπει να πάρεις
(onun) beklememesi icap ediyor = δεν (θα) πρέπει να περιμένει
(bizim) yazmamız gerekmez = δεν χρειάζεται να γράψουμε
(sizin) söylemeniz gerekmiyordu = δεν χρειαζόταν να πείτε
(onların) gelmeleri gerekmeyecek = δεν θα χρειαστεί να έρθουν

parmak Επιλέξτε εσείς ένα ρήμα για να το κλίνω!



 

Τρόπος 3, σε συνδυασμό με τις λέξεις zorundamecburiyetinde:

top Τα zorunda και mecburiyetinde έχουν περισσότερο την έννοια της υποχρέωσης (είμαι υποχρεωμένος να…) σε σύγκριση με τα παραπάνω. Το ρήμα μπαίνει στο απαρέμφατο και μετά το zorunda/mecburiyetinde τοποθετούμε τις καταλήξεις του είμαι.

(ben) gitmek zodundayım/mecburiyetindeyim = (θα) πρέπει να πάω
(sen) almak zorundasın/mecburiyetindesin = (θα) πρέπει να πάρεις
(o) beklemek zorunda/mecburiyetinde değil = δεν οφείλει να περιμένει
(biz) ödemek zorundaydık/mecburiyetindeydik = έπρεπε να πληρώσουμε
(siz) gelmek zorduna/mecburiyetinde değildiniz = δεν χρειαζόταν να έρθετε
(onlar) okumak zorundaydılar/mecburiyetindeydiler = έπρεπε να διαβάσουν

Το ίδιο νόημα αποδίδει επίσης και η λέξη mecbur, η οποία συντάσσεται με το απαρέμφατο στη δοτική πτώση και ακολουθείται είτε από τις καταλήξεις του είμαι, είτε από βοηθητικά ρήματα όπως το kalmak ή το olmak.

okumaya mecburum = είμαι υποχρεωμένος να διαβάσω
yüzmeye mecbur oldum = υποχρεώθηκα να κολυμπήσω
evlenmeye mecbur kalacak = θα αναγκαστεί να παντρευτεί