Στα τούρκικα για να σχηματίσουμε ερωτηματική πρόταση χρειαζόμαστε είτε κάποια ερωτηματική λέξη (kim, ne, nerede, hangi κλπ) είτε το μόριο mi σε κάποια του μορφή. Αυτό σημαίνει ότι όταν στην πρόταση υπάρχει κάποια άλλη ερωτηματική λέξη, δεν χρησιμοποιούμε το μόριο. Η λέξη αυτή δεν μεταφράζεται, αλλά σκοπός της είναι να ρωτάει σχετικά με την προηγούμενη από αυτήν λέξη. Έτσι έχουμε ένα εργαλείο ακριβείας για να ρωτήσουμε αυτό ακριβώς που θέλουμε. Στον γραπτό λόγο γράφεται ως ξεχωριστή λέξη, αλλά (επειδή δεν τονίζεται ποτέ) στον προφορικό λόγο προφέρεται σαν να κολλάει στην προηγούμενη λέξη.

Το φωνήεν του μορίου αλλάζει με βάση τον κανόνα της αρμονίας των φωνηέντων της κατάληξης, σύμφωνα με το τελευταίο φωνήεν της προηγούμενης λέξης: mı, mi, mu, mü.

Το μόριο χρησιμοποιείται και στην ερωτηματική μορφή των χρόνων των ρημάτων, καθώς και του «είμαι».

Η θέση του μορίου στην πρόταση δεν είναι καθορισμένη, εφόσον αυτό μας καθορίζει τι ακριβώς θέλουμε να ρωτήσουμε.

Παραδείγματα:

okuldasın – είσαι στο σχολείο
okulda mısın? είσαι στο σχολείο;
Ahmet Ankara’dan geliyor – Ο Αχμέτ έρχεται από την Άγκυρα
Ahmet Ankara’dan geliyor mu? Ο Αχμέτ έρχεται (ή όχι) από την Άγκυρα;
Ahmet Ankara’dan mı geliyor? Ο Αχμέτ έρχεται από την Άγκυρα (ή από κάπου αλλού;)
Ahmet mi Ankara’dan geliyor? Ο Αχμέτ (ή κάποιος άλλος) έρχεται από την Άγκυρα;
köpeğin var – έχεις σκύλο
köpeğin var mı? έχεις (ή όχι) σκύλο;
köpeğin mi var? έχεις σκύλο (ή κάτι άλλο);
köpeğin yok mu? δεν έχεις σκύλο;
geldi – ήρθε
geldi mi? ήρθε;
evdeymiş – λένε ότι είναι σπίτι
evde miymiş? λένε ότι είναι σπίτι;
okumuştuk – είχαμε διαβάσει
okumuş muyduk? είχαμε διαβάσει;
işteyiz – είμαστε στη δουλειά
işte miyiz? είμαστε στη δουλειά;

Παρατήρηση: βάζουμε το ευφωνικό γράμμα –y– όταν το μόριο συνδυάζεται με καταλήξεις αορίστου ή απροσδιόριστου αορίστου.

Όταν έχουμε δύο ερωτηματικά μόρια σε μια πρόταση, αυτό μεταφράζεται ως ή διαζευκτικό:
çay mı, kahve mi içeceksin? θα πιεις τσάι ή καφέ;
bunu mu beğendin, onu mu? αυτό σου άρεσε ή εκείνο;