Λεξιλόγιο

Σεργιάνι – seyran

Η λέξη σεργιάνι προέρχεται από το τούρκικο seyran,  το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το αραβικό سيران (sayarān).

Σε όλες τις γλώσσες αυτές η λέξη σημαίνει πορεία, διαδρομή, περίπατος, βόλτα, σουλάτσο. Ακόμη, στα περσικά η λέξη سيران (sayrān) σημαίνει βόλτα.

Στα ελληνικά έχουμε και τα ρήματα σεργιανίζω/σεργιανώ (σουλατσάρω). Ο Μπαμπινιώτης, εσφαλμένως, αναφέρει ότι η λέξη seyran στα τούρκικα σημαίνει εκδρομή.

Στα τούρκικα υπάρχει επίσης η λέξη seyranlık, το οποίο μεταφράζεται ως αγνάντι, με την έννοια του χώρου απ’ όπου μπορεί κανείς ν’ αγναντεύει.

Η τούρκικη λέξη seyir προέρχεται από το αραβικό سير (sayr) που έχει τις έννοιες πορεία, ρότα, διαδρομή, εκδρομή, ταξίδι. Οι έννοιες παρέμειναν ως έχουν και στα τουρκικά.

Μεταγενέστερα όμως, το τουρκικό seyir εμπλουτίστηκε και με την έννοια της περιπλάνησης για την παρακολούθηση κάποιου θεάματος, έννοια που κατέληξε στη θέαση, το αγνάντεμα, το χάζεμα. Εξού και οι παράγωγες λέξεις seyirci (θεατής) και seyretmek (παρακολουθώ ένα θέαμα ή τηλεόραση, αλλά και χαζεύω, αγναντεύω).

Στα πολίτικα ελληνικά υπήρχε το σεργιάνι ή το σεργιάνισμα από το παράθυρο, που σήμαινε το αγνάντεμα, το χάζεμα της θέας από το παράθυρο.

Στο κρητικό ιδίωμα υπάρχει η φράση κάνω σεΐρι που σημαίνει κάνω χάζι.

 

Ευχαριστώ τη Στέλλα Χρηστίδου για τις πληροφορίες & την προτροπή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *