Τα χρονικά επιρρήματα προσδιορίζουν το πότε γίνεται μια ενέργεια. Τα κυριότερα στην τουρκική γλώσσα είναι τα εξής:

  • Bugün – σήμερα
    bugün geldi, ήρθε σήμερα
    bugün gidecek, θα φύγει σήμερα
  • Dün  – χθες
    dün yazmış, το έγραψε χθες
    dün verecekti, θα το έδινε χθες
  • Yarın – αύριο
    yarın al, πάρε το αύριο
    yarın okuyayım, ας διαβάσω αύριο
  • Bu günler – αυτές τις μέρες
    bu günlerin hesabını kim verecek? ποιος θα απολογηθεί για αυτές τις μέρες;
    bu günlerde seni görmüyorum, δεν σε βλέπω αυτές τις μέρες
  • Şimdi – τώρα
    şimdi vardı, έφτασε τώρα
    şimdi yiyeceğim, θα φάω τώρα
    şimdi uyuyor, κοιμάται τώρα
  • Şimdilik – προς το παρόν
    şimdilik hoşçakal, σε χαιρετώ προς το παρόν (τα λέμε)
    şimdilik sustu, σιώπησε προς το παρόν
  • Hemen – αμέσως
    hemen almalıyım, πρέπει να το πάρω αμέσως
    hemen döner, επιστρέφει αμέσως
  • Hemen (hemen) – σχεδόν, περίπου
    hemen hemen okuyabiliyor, μπορεί σχεδόν να διαβάσει
    hemen hemen kitabı bitirdim, σχεδόν τέλειωσα το βιβλίο
    hemen her gün ağlıyor, κλαίει περίπου/σχεδόν κάθε μέρα
  • Hemen şimdi – αμέσως/μόλις τώρα
    hemen şimdi verdik, το δώσαμε μόλις τώρα
    hemen şimdi konuşmalıyız, πρέπει να μιλήσουμε αμέσως τώρα
  • Demin – μόλις τώρα/πριν από λίγο
    demin ona baktım, τον κοίταξα πριν από λίγο
    demin evdeydi, μόλις τώρα ήταν σπίτι
  • Çabuk/çarçabuk – γρήγορα/(πάρα) πολύ γρήγορα
    çabuk git, φύγε γρήγορα
    çarçabuk yapıverdi, το έφτιαξε/έκανε πάρα πολύ γρήγορα
  • Derhal – αμέσως
    derhal kayboldu, χάθηκε αμέσως
    derhal git, φύγε αμέσως
  • Ansızın  – ξαφνικά
    ansızın öldü, πέθανε ξαφνικά
    hastalık ansızın gelir, η αρρώστια εμφανίζεται ξαφνικά
  • Biraz (önce, sonra) – λιγάκι/λίγο (πριν, μετά)
    biraz önce geldi, ήρθε πριν από λίγο
    biraz sonra yat, ξάπλωσε σε λίγο
    biraz yatacağım, θα ξαπλώσω για λίγο
  • Sonra – μετά/αργότερα
    sonra okurum, θα το διαβάσω μετά/αργότερα
    sonra geleceğiz, θα έρθουμε μετά
    ◊ Χρησιμοποιείται επίσης με χρονικά ουσιαστικά για συγκεκριμενοποίηση:
    program on dakika sonra başlayacak, το πρόγραμμα θα ξεκινήσει σε δέκα λεπτά
    bir ay sonra dönecek, θα επιστρέψει μετά από ένα μήνα
  • Önce – πριν
    önce o söyledi, το είπε πρώτα αυτός
    önce oku, sonra konuş, πρώτα διάβασε και μετά μίλα
  • Erken – νωρίς
    erken kalkar, σηκώνεται νωρίς
    erken gelen önde oturur, όποιος έρθει νωρίς θα κάτσει μπροστά
  • Geç – αργά
    geç kaldı, καθυστέρησε
    geç yattık, κοιμηθήκαμε αργά
  • Er geç – αργά ή γρήγορα
    er geç ayrılacaktık, αργά ή γρήγορα θα χωρίζαμε
    er geç işinden olacak, αργά ή γρήγορα θα χάσει τη δουλειά του
  • Henüz – μόλις (τώρα)/ακόμα δεν
    ◊ Στις καταφατικές προτάσεις σημαίνει πριν από λίγο:
    henüz geldi, ήρθε μόλις τώρα
    henüz kalktım, τώρα μόλις σηκώθηκα
    ◊ Στις αρνητικές προτάσεις σημαίνει ακόμα δεν:
    henüz kar yağmadı, ακόμα δεν έχει χιονίσει
    henüz hazırlanamadık, ακόμα δεν μπορέσαμε να ετοιμαστούμε
  • Hala – ακόμα
    hala uyuyor, ακόμα κοιμάται
    hala uyumuyor, ακόμα δεν κοιμάται
  • Daha – ακόμα δεν (μόνο σε αρνητικές προτάσεις)
    daha gelmedi, δεν ήρθε ακόμα
    daha uyumadı, δεν κοιμήθηκε ακόμα
  • dan/-den beri από…
    dünden beri çalışıyor, δουλεύει από χθες
    sabahtan beri aramadı, δεν πήρε τηλέφωνο από το πρωί
    çoktan beri okuyor, σπουδάζει εδώ και καιρό
    eskiden beri tanışıyoruz, γνωριζόμαστε από παλιά
    gittiğinden beri görüşmedik, δεν βρεθήκαμε από τότε που έφυγε
  • dan/-den önce πριν από…
    öğleden önce geldi, ήρθε πριν το μεσημέρι
    senden önce ona verdim, του το έδωσα πριν από εσένα
  • dan/-den sonra αφού/μετά…
    yarından sonra işe başlıyorum, ξεκινώ τη δουλειά μεθαύριο
    senden sonra sıra bende, μετά από εσένα είναι η σειρά μου
    o geldikten sonra yeriz, θα φάμε αφού έρθει αυτός

  • a/-e kadar  – μέχρι…
    akşama kadar kaldı, έμεινε μέχρι το βράδυ
    bugüne kadar onu görmemiştim, δεν τον είχα δει μέχρι σήμερα
    evime kadar geldi, ήρθε μέχρι το σπίτι μου
    İzmir’e kadar ulaştı, έφτασε μέχρι τη Σμύρνη
  • da/-de bir – μια φορά την…
    haftada bir ilaç kullanmalı, πρέπει να παίρνει φάρμακο μια φορά την εβδομάδα
    ayda bir buluşuyoruz, συναντιόμαστε μια φορά το μήνα
    ikide bir duruyor, σταματάει κάθε λίγο και λιγάκι
    arada bir hata yapıyoruz, πότε πότε κάνουμε λάθος
  • Yeni – προσφάτως, πριν από λίγο
    yeni evlendi, παντρεύτηκε πρόσφατα
    yeni uyandı, ξύπνησε πριν από λίγο

 

  Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στα hala, henüz και daha;


Το daha όταν χρησιμοποιείται μόνο σε αρνητικές προτάσεις είναι ταυτόσημο με το henüz:
çocuk daha/henüz okula gitmiyor, το παιδί ακόμα δεν πάει σχολείο
kek daha/henüz pişmedi, το κέικ δεν ψήθηκε ακόμα
bu sene daha Ankara’ya gidemeyecek, φέτος δεν θα μπορέσει ακόμα να πάει στην Άγκυρα

Στα ελληνικά η φράση hala okumadı και henüz okumadı αποδίδονται ως ακόμα δεν διάβασε, αλλά ποια είναι η λεπτή τους διαφορά;
Το hala υποδηλώνει κάποια έκπληξη και προσμονή πραγματοποίησης της ενέργειας. Δηλαδή η φράση hala okumadı ουσιαστικά σημαίνει ότι έπρεπε να είχε διαβάσει, αλλά δεν έχει πραγματοποιηθεί αυτό, ενώ η φράση henüz okumadı απλά υποδηλώνει μια διαπίστωση (ακόμα δεν διάβασε).
Στον ενεστώτα σε αρνητική πρόταση:
hala okumuyor, ακόμα και τώρα δεν διαβάζει

hala karar veremiyor, ακόμα και τώρα δεν μπορεί να αποφασίσει (υπονοείται αν και έχει περάσει αρκετός καιρός)
daha karar veremiyor, δεν μπορεί ν’ αποφασίσει ακόμα
henüz karar veremedi (όχι veremiyor), δεν έχει καταφέρει ν’ αποφασίσει ακόμα (θέλει κι άλλο χρόνο)

Στις καταφατικές προτάσεις δεν υπάρχει θέμα εφόσον το henüz υποδηλώνει ότι μια ενέργεια έγινε πριν από λίγο χρονικό διάστημα (το ρήμα είναι είτε σε παρελθοντικό χρόνο είτε στον ενεστώτα), ενώ το hala υποδηλώνει ότι η ενέργεια συνεχίζεται ακόμα και τώρα, γι αυτό και το ρήμα είναι στον ενεστώτα.
daha öğrenciyim, είμαι μαθητής ακόμα (σκέτο, απλό)
hala öğrenciyim, είμαι μαθητής ακόμα (μεγαλύτερη διάρκεια-θα μπορούσα και να είχα τελειώσει)


► Σε ορισμένες περιπτώσεις το hala και το daha συντάσσονται με μέλλοντα, που σε αυτή την περίπτωση υποδηλώνεται ότι η ενέργεια που θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί, δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα:
hala/daha giyinecek, (περιμένουμε) ακόμα να ντυθεί
hala/daha benimle konuşacak, (περιμένω) ακόμα να μιλήσει μαζί μου

 

Τα χρονικά επιρρήματα δεν εξαντλούνται στα παραπάνω. Μερικά ακόμα είναι αυτά:

dakikalarca – για (πολλά) λεπτά
saatlerce – για ώρες
günlerce – για μέρες
haftalarca – για βδομάδες
aylarca – για μήνες
senelerce/yıllarca – για χρόνια
kışın – τον χειμώνα
yazın – το καλοκαίρι
sabahları – τα πρωινά
akşamları – τα βράδια
geceleri – τις νύχτες
a/-e dek – είναι σαν το -a/-e kadar
birdenbire – είναι σαν το ansızın
bazen/ara sıra – πότε πότε
sık sık – συχνά
daima/her zaman – πάντοτε
nadiren – σπανίως
haftaya – την επόμενη εβδομάδα
seneye – το επόμενο έτος
bu sene – φέτος
geçen sene/yıl – πέρυσι
eskiden – παλιά
asla – ποτέ
genellikle – συνήθως
zamanında – έγκαιρα

 

 

Ευχαριστώ τη Στέλλα για τις παρατηρήσεις της.