Λεξιλόγιο

Μπόχα

Η λέξη μπόχα στα ελληνικά σημαίνει δυσάρεστη οσμή. Σύμφωνα με το λεξικό του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, αλλά και του Μπαμπινιώτη, η λέξη προέρχεται ίσως από τη λέξη απόχα < ἀποχ(ύνω) (αναδίδω).

Η δική μου εκδοχή είναι η τουρκική λέξη bok (σκατά), η οποία είναι καταγεγραμμένη από στο Divânu Lügati’t-Türk, λεξικό γραμμένο το 1072-74.

Τόσο εννοιολογικά, όσο και ηχητικά είναι απλούστερη η ετυμολογία της λέξης από αυτή τη λέξη.

Όπως πάντα, μπορεί να γίνει συζήτηση και να ακουστούν απόψεις…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *