Ο χρόνος αυτός μεταφράζεται στα ελληνικά ως: θα + παρατατικός (θα έκανα) ή θα + υπερσυντέλικος (θα είχα κάνει).

Σχηματίζεται βάζοντας το ρήμα στο γ’ ενικό πρόσωπο του μέλλοντα, ακολουθούμενο από τις καταλήξεις του αορίστου ως εξής (τονίζεται η κόκκινη συλλαβή):

(Ben) yapacaktım θα είχα κάνει/θα έκανα
(Sen) yapacaktın θα είχες κάνει/θα έκανες
(O) yapacak θα είχε κάνει/θα έκανε
(Biz) yapacaktık θα είχαμε κάνει/θα κάναμε
(Siz) yapacaktınız θα είχατε κάνει/θα κάνατε
(Onlar) yapacaklar θα είχαν κάνει/θα έκαναν

parmak Επιλέξτε εσείς ένα ρήμα για να το κλίνω!




  • Η άρνηση σχηματίζεται με τις ίδιες καταλήξεις, προσθέτοντας μια παραπάνω συλλαβή (-me- ή -ma-) στη ρίζα του ρήματος. Τονίζεται η συλλαβή πριν την άρνηση:
(Ben) yapmayacaktım δεν θα είχα κάνει/δεν θα έκανα
(Sen) yapmayacaktın δεν θα είχες κάνει/δεν θα έκανες
(O) yapmayacaktı δεν θα είχε κάνει/δεν θα έκανε
(Biz) yapmayacaktık δεν θα είχαμε κάνει/δεν θα κάναμε
(Siz) yapmayacaktınız δεν θα είχατε κάνει/δεν θα κάνατε
(Onlar) yapmayacaklardı δεν θα είχαν κάνει/δεν θα έκαναν

  • Η ερώτηση σχηματίζεται με το ρήμα στο γ’ πρόσωπο του μέλλοντα και το ερωτηματικό μόριο mi (mı, mu, mü) με τις καταλήξεις του «είμαι» στον αόριστο. Το ερωτηματικό μόριο δεν τονίζεται ποτέ και στον προφορικό λόγο κολλάει στην προηγούμενη λέξη:
(Ben) yapacak mıydım? yapmayacak mıydım?
(Sen) yapacak mıydın? yapmayacak mıydın?
(O) yapacak mıydı? yapmayacak mıydı?
(Biz) yapacak mıydık? yapmayacak mıydık?
(Siz) yapacak mıydınız? yapmayacak mıydınız?
(Onlar) yapacaklar mıydı? yapmayacaklar mıydı?

Παραδείγματα:
evine gelecektim, gelemedim = θα ερχόμουν σπίτι σου, αλλά δεν μπόρεσα
paramız olsaydı alacaktık = αν είχαμε χρήματα θα το αγοράζαμε
az kaldı başarılı olacaklardı = παραλίγο και θα πετύχαιναν